Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Σύννεφα

Και τι είναι καλύτερο λοιπόν;
Να αποφεύγεις καταστάσεις που εξ αρχής δεν έχουν μέλλον;
Ή να ζεις στιγμές έστω κι αν γνωρίζεις ότι μετά θα πονάς;

Ήρθε η ώρα να ξυπνήσω απ'το παραμυθάκι που είχα φτιάξει στο μυαλό μου.
Ξέρετε όλα φαίνονται πιο όμορφα πάνω σε αυτό το συννεφάκι που βρίσκομαι.
Όλα δικαιολογούνται.Όλα συγχωρούνται.Όλα συμβαίνουν καταλάθος.

Τα σύννεφα όμως διαλύονται κάποια στιγμή.
Έρχεται το φως της αλήθειας και με τη λάμψη της εξαφανίζονται.
*Σιγά σιγά εξαφανίζονται.
Αυτό το σιγά σιγά είναι επώδυνο.
Πέφτεις απότομα από εκεί και δεν συνηθίζεις αμέσως στα καινούργια δεδομένα.
Ο χρόνος τα γιατρεύει όλα . Δεν ξέρω. Έχω ανάγκη να πιαστώ από κάπου , να πιστέψω σε κάτι , να ελπίζω . Ο χρόνος.


Και τελικά ήταν τίποτα αληθινό πάνω σε αυτό το συννεφάκι;
Ναι.
Εγώ ξαπλωμένη στα πόδια σου και το πρόσωπό σου, τα μάτια σου που με κοίταζαν.
Μόνο οι στιγμές είναι αληθινές.
Τα λόγια χάνονται.Τα λόγια είναι αερικά.
Τα λόγια πληγώνουν.Και ιδιαίτερα όταν ανακαλύψεις πως ήταν ψεύτικα.

Μόνο οι στιγμές μένουν.
Μένουν εκεί.Γιατί τότε έζησες.
Μένουν εκεί.Και σου θυμίζουν όμορφα συναισθήματα.
Μένουν εκεί.Και σου θυμίζουν ότι κάτι πήγε στραβά.
Μένουν εκεί.Και σου θυμίζουν το συννεφάκι.
Μένουν εκεί.Και αναδύονται μυρωδιές στην ατμόσφαιρα στη θύμησή τους.
Μένουν εκεί.Και σε πονάνε γιατί δεν πρόλαβες να ζήσεις κι άλλες ενώ τόσο το ήθελες.

Πτώση.

Και μετά τίποτα δεν δικαιολογείται. Τίποτα δεν συγχωρείται.
Τα πάντα πονάνε.
Πέφτεις απότομα στο έδαφος.
Χτυπημένα χέρια,πόδια,γόνατα.

Τσακισμένη καρδιά.

Και καλείσαι να σηκωθείς. Να σταθείς όρθιος. 
Να δώσεις ένα τέλος.

Πόση δύναμη απαιτεί κάτι τέτοιο;
Την έχεις αυτή τη δύναμη;
Δεν θες όμως είσαι υποχρεωμένος γιατί το συννεφάκι δεν αντέχει άλλο.Του λείπουν στιγμές αλλά είναι γεμάτο με λόγια.Ψέματα.

Και με πονάει καρδούλα μου που δεν θα χαθώ ποτέ πια στα μάτια σου.
Που δεν θα νιώσω τη ζεστασιά της αγκαλιάς σου.


Και με πονάει ακόμα πιο πολύ η σκέψη ότι οι στιγμές μας ήταν τόσο σημαντικές μόνο για μένα.




                                                        it never would have worked out ,
                                                        it only would have made us cry,
                                                        it's better that you're gone now,
                                                        it's good we didn't even try.




                                                                                                                   Θα μου λείπεις.

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Βόλτα

Πόσες φορές έχω φαντασιωθεί αυτή τη σκηνή.
Βλέπω το μαύρο αμάξι από μακριά.
Συνεχίζω με σταθερό βήμα κατευθυνόμενη προς αυτό.
Ανοίγω την πόρτα.
Μπαίνω μέσα.
Κάθομαι.
Βγάζω το CD από την τσάντα.
Το βάζω να παίξει.
Ανοίγω τα παράθυρα.
Πατάω play.
Βάζεις μπρος.

Αμίλητοι. Στην Εθνική. Με τα παράθυρα ανοιχτά διάπλατα.
Υπό τον ήχο αυτού του τραγουδιού.

Κάποια στιγμή σταματάς.
Με αρπάζεις ,με φιλάς και μετά..
Τα λόγια περισσεύουν.


                                                    just take your place in the driver's seat




Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Παυσίπονα

Άνοιξα την πόρτα.Μπήκα μέσα.
Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη.
Τι σημασία είχε το πώς ήμουν; Τίποτα δεν άλλαζε μέσα μου.
Άνοιξα τη βρύση της μπανιέρας στο ζεστό.
Άφησα το νερό να τρέξει.
Ξεντύθηκα.
Όπως πάντα έβαλα διστακτικά το πόδι μου για να ελέγξει αν το νερό ήταν αρκετά ζεστό.
Υπό άλλες συνθήκες ήταν εντάξει.
Σήμερα δεν αρκούσε το ζεστό. Έπρεπε να είναι καυτό.
Μπήκα μέσα.
Κάθισα κάτω σε εμβρυακή στάση με το νερό να τρέχει.
Πήρα τη λαβή της βρύσης και την τοποθέτησα στο ύψος της καρδιάς μου,έτσι ώστε το καυτό νερό να πέφτει σε εκείνο το σημείο.
Ανακούφιση.
Λυτρώθηκα.
Δεν πονούσα πια.
Μόνο οι ατμοί στο πρόσωπό μου έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική.
Δεν με ένοιαζε όμως.
Τα πάντα μπορούσα να αντέξω για αυτή την ανακούφιση που ένιωθα .

Μετά από λίγη ώρα ,όντας σταυροπόδι στη μέση της μπανιέρας , έκλεισα τη βρύση.
Πόνος ξανά.
Κάθε σκέψη που έκανα πόναγε περισσότερο.
Χτύπαγε εκεί.Στην καρδιά.
Προδοσία, ψέμα , απώλεια.

Μία ήταν η λύση.
Άνοιξα ξανά την βρύση και τοποθέτησα πάλι τη λαβή της στο ύψος της καρδιάς μου.
Το καυτό νερό έπεφτε εκεί που όφειλε να πέσει.
Θεωρούσα ότι ήταν υποχρεωμένο να με λυτρώσει.
Λες και ήταν μία από τις υποχρεώσεις του.
Η σημαντικότερη .
Ευτυχώς δεν με απογοήτευσε.
Είναι όπως τα παυσίπονα που τα παίρνεις και σε ανακουφίζουν για ένα διάστημα από τον πονοκέφαλο. Μόλις τελειώσει η δράση τους , επανέρχεται ο πόνος.

Έτσι επανερχόταν και σε μένα ο πόνος κάθε φορά που επιχειρούσα να κλείσω τη βρύση και να έρθω αντιμέτωπη με τον ''πονοκέφαλο'' της καρδιάς μου.
Για πόσο καιρό όμως μπορείς να παίρνεις παυσίπονα; 
Έρχεται η στιγμή να μάθεις να ζεις χωρίς αυτά.
Να δεις κατάματα την αλήθεια , τους λόγους που σου προκαλούν τέτοιους πονοκεφάλους .

Δεν ξέρω για αύριο.
Πάντως σήμερα θα ήθελα να κοιμηθώ στη μπανιέρα, μαζί με τα παυσίπονα μου.


                                 Κυριακή ο χρόνος.
 
 


Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Αποστάσεις , μαθηματικά , ζωή.

Άλλο 20 και 25, 45 και 50 , 34 και 39.

Και άλλο 16 και 21.
Αλήθεια πόσο μεγάλη είναι η απόσταση από τα 16 στα 21 ; Τεράστια.
Αν είχαμε μια χρονογραμμή και τοποθετούσαμε τα νούμερα πάνω της , το 16 από το 21 θα απείχε μόνο 5 μονάδες, πέντε μέτρα, πέντε εκατοστά ,πέντε χιλιοστά. 
Πέντε χρόνια μόνο
Όχι . 
Στη γλώσσα των μαθηματικών τέτοιου είδους αποστάσεις είναι μικρές. 
Στην πραγματική ζωή όμως 5 χρόνια ισοδυναμούν με μεγάλα χάσματα, μεγάλες διαφορές.
Διαφορετικά θέλω , διαφορετικές προτεραιότητες , διαφορετικός τρόπος σκέψης , διαφορετικός τρόπος ζωής .

Γιατί μπλέκουμε σε καταστάσεις που εξ αρχής δεν έχουν μέλλον;
Όλοι λένε ζήσε το κι ας μην οδηγεί πουθενά.
Όμως κανείς δεν σκέφτεται τον πόνο που συνεπάγεται μια τέτοια απόφαση.
Πόνος γιατί δεν πρόλαβες να το ζήσεις , πόνος γιατί ήθελες κι άλλα να δώσεις και γιατί όχι να πάρεις.
Πόνος που δεν προχωράει . Οι νόμοι της φύσης δεν σε αφήνουν.

Ο πιο λογικός και συνειδητοποιημένος παίρνει την απόφαση. 
Ναι ,ναι για να μην πληγωθείς αργότερα.
Μπορεί αυτό να αποτελεί δικαιολογία. Μπορεί αν είσαι τυχερός όντως να ενδιαφέρεται για σένα.
Αλλά τι σημασία έχει; 
Το αποτέλεσμα παραμένει ίδιο.

Βγάλ'τα πέρα μόνος τώρα.

Κάπου διάβασα : Ποιο είναι πιο αληθινό: τα λίγα δευτερόλεπτα της φωτογράφησης ή τα χιλιάδες αναπολώ των επόμενων χρόνων ; Εσύ απέναντι μου ή εσύ πίσω από κάθε άλλο πρόσωπο;





Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Χρώματα

Περπατήσαμε. Φτάσαμε.
Πρώτη εγώ και μετά εσύ.
Ανεβήκαμε τα σκαλάκια.
Τρία ήταν θυμάμαι.
Έσπρωξα την πόρτα.Μπήκα μέσα.
Ήξερα ότι ήσουν πίσω μου.
Σταμάτησα.
Μπήκες κι εσύ.
Κοίταξα γύρω μου.Μα γίνεται να βρίσκομαι στην Ισπανία;
Όχι.Η Ισπανία ήρθε σε μένα.
Ήταν γεμάτο με κόσμο.
Περιεργάστηκα τον χώρο. Είχε κάτι το μαγικό.
Αυτή η ατμόσφαιρα του σε έκανε να χάνεσαι.
Ελάχιστος φωτισμός.Μόνο μικρά λαμπάκια από εδώ κι από εκεί.
Κάτι πορτατίφ παλιά , με μισοχαλασμένες λάμπες.
Έτσι ήταν το ντεκόρ. Και καναπεδάκια. Και μικρά τραπεζάκια.
Και εσύ πίσω μου. 
Ήθελα να σου πω ότι δεν μ'αρέσουν οι ψηλές καρέκλες με τα ψηλά τραπέζια ,ξέρεις σαν αυτές στα μπαρ. 
Αλλά πριν το καταλάβω καθόμουν ήδη σε μία τέτοια.
Κι εσύ απέναντί μου.
Ήμασταν εγώ κι εσύ . Μόνο.

Δύο κορόνες.
Στην υγειά μας.Έκανα και μία πρόποση ψιθυριστά.
Δεν μιλάγαμε πολύ.
Είπες πως η κορόνα για σένα είναι νερό.
Φυσικά.Μιλάει η εμπειρία και ο πότης .
Πως μπορώ εγώ να την βγω μαζί του στο ποτό; σκέφτηκα.
Δεν το έβαλα κάτω. Είπα στον εαυτό μου πιες ,πιες όσο μπορείς περισσότερο.

Χάζεβα το χώρο. ΄
Ήξερα ότι είχες καρφωμένα τα μάτια σου πάνω μου.
Το αισθανόμουν.
Κάθε φορά που γύρναγα να σε κοιτάξω , τα μάτια μου συναντούσαν τα δικά σου.
Τα δικά σου ήταν ήδη εκεί.
Και μετά το χάος. 
Τα κοίταγα βαθιά. Ο χρόνος σταμάταγε. Προσπαθούσα να ξεχωρίσω τα χρώματα.
Μου χαμογελούσες. Και αυτά έλαμπαν . Και έπαιρναν το σχήμα του μισοφέγγαρου.
Και τα τσίνορά σου έντονα. Μαύρα. Μέσα από αυτά ξεπηδούσαν τα χρώματα της θάλασσας. Ή μάλλον του πράσινου. Ή του γκρι; 
Ή μάλλον όλα μαζί. Ναι αυτό ήταν. Όλα μαζί. Η θάλασσα, τα βράχια, τα αρμυρίκια . 
Δροσιά μου άφηναν τα μάτια σου. 

-Δώσε μου το χέρι σου.
-Ορίστε.
-Όχι αυτό, το άλλο.
-Α ναι , σωστά.
-Κοίτα εδώ διαφορά.
Γέλασες.
-Εεε δεν έχω μικρά δάχτυλα.
-Έχεις όμορφα δάχτυλα.
-Τι έπαθες εδώ;
-Α τίποτα από την κούραση έγινε.
-Δεν σε προσέχουν εκεί;
-Όχι με βασανίζουν.
-Πονάς;
-Όχι , καθόλου. Απλά βγήκε και θα φύγει.
Στο χάιδεψα.
-Τι έπαθες;
-Τίποτα.
-Πες μου.
-Απλά , θα φύγεις.
-Ναι αλλά θα ξανάρθω.
-Ναι σωστά . Θα ξανάρθεις.
-Τα δάχτυλα σου θα χάνονται στα δικά μου κάθε φόρα. Τα δικά μου θα καλύπτουν τα δικά σου.Θα τα προσέχουν .

Ναι. Όπως εσύ εμένα.Θα με πρόσεχες. 
Ναι με πρόσεξες. Και με έσωσες.
Από εσένα.



                                                                                          "Σε μία ακόμα νύχτα εδώ , μαζί σου" είπα ψιθυριστά.